ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ  ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἀριθμ. Πρωτ.: 685/19-07-2022

          

Δ Α Μ Α Σ Κ Η Ν Ο Σ 

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑI ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΦΛΙΟΥ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΡΙΣΤΕΠΩΝΥΜΟN ΠΛΗΡΩΜΑ

ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΥΤΟΥ 

 

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ 

ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,

Ἡ ἁγιωτέρα μορφὴ τοῦ ἁγιολογικοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ Παναγία, ἡ ὁποία ὑπέρκειται ὅλων τῶν ἁγίων, ὡς «εὑροῦσα χάριν παρὰ τῷ Θεῷ». Τὸ θέλγητρον τῆς παρθενικῆς ἀγνότητος, οἱ χαρακτῆρες τῆς ἰδεώδους πνευματικῆς ζωῆς, οἱ παλμοὶ τῆς μητρικῆς ἀγάπης εἶναι οἱ τίτλοι τῆς εὐγενείας καί τῆς δόξης Της. Ὅλως ἐξαιρετικὴ ὅμως τιμὴ καὶ δόξα προσδίδει στὴν Παναγία ὁ φωτοστέφανος τῆς μητρότητος, ποὺ στολίζει τὸ μέτωτο Της. Ὡς Θεοτόκος, ἐξόχως ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τιμηθεῖσα διὰ τῆς ὑπερφυοῦς μητρότητος, έγένετο τὸ ἀθάνατο σύμβολο, τὸ αἰώνιο πρότυπο γιὰ τὴν γυναῖκα καὶ μάλιστα γιὰ τὴν μητέρα.

Ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Θεοτόκος ἔζησε τήν χαρά καὶ τὀν πόνο, τήν ταπείνωση καὶ τήν δόξα, ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Της καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἀξιώθηκε νά ὑπηρετήσει ὅλα τά ὑπερφυῆ γεγονότα τῆς ζωῆς Του ἀπό τήν Γέννηση ἕως καί τήν Ἀνάστασή Του· παρέστη μάρτυς τῆς Θείας Ἀναλήψεως Του καί προέστη τῆς Συνάξεως τῶν μαθητῶν στό Ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς. Ὑπέκυψε, τέλος, ὡς ἄνθρωπος στούς νόμους τῆς φύσεως καί δέχθηκε τό «τελευταῖον ἐπ ̓ αὐτῇ μυστήριον» (ἰδιομ. Λιτῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δηλ. τό σωματικό θάνατο.

Ἔλαβε ἐξ οὐρανοῦ τήν πληροφορία τοῦ θανάτου της, προετοιμάσθηκε καί κάλεσε τούς συγγενεῖς καί τούς ἱερούς Ἀποστόλους ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς· τούς εὐλόγησε, τούς ἀποχαιρέτησε· εὐπρέπισε τό νεκρικό κρεββάτι, σχημάτισε τό σῶμα της καί εὐχαρίστως δέχθηκε τήν ἀποχώρηση ἀπό τόν μάταιο αὐτό κόσμο γιά νά εἰσοδεύσει στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Τήν παναγία Της ψυχή παρέλαβε ὁ ἴδιος ὁ Υἱός καί Θεός Της, περιστοιχούμενος ὑπό πλήθους οὐρανίων δυνάμεων. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὑπεδέχθη Ἐκείνην, πού Τοῦ χάρισε τήν ἐπίγεια ζωή, τήν ἀνθρώπινη φύση. Γι ̓ αὐτό τώρα τή συνοδεύει Ἐκεῖνος, «ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον» πρός τήν αἰώνια ζωή.

Ἡ φθορά καί ἡ θνητότητα ὑπῆρχαν στήν Παναγία ὡς στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί μετά τόν Εὐαγγελισμό της. Ὁ ἱερός Δαμασκηνός γράφει, ὅτι ἡ Θεοτόκος ἀπέβαλε τή θνητότητα, ἀφοῦ πρῶτα γεύθηκε τό θάνατο, καί στή συνέχεια ἐνεδύθη τό ἄφθαρτο σῶμα γιά νά ὁδεύσει τελικά στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἔτσι πέρασε ὡς γνήσιος καί ἀληθινός ἄνθρωπος ὅλα τά γαιώδη καί φθαρτά γεγονότα μέ τά στοιχεῖα τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητας, γιά νά πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι δέν ἦταν ἡ ὕπαρξή Της «φάντασμα»· γιά νά μήν ὑπερβάλλουν κάποιοι καί μυθοποιήσουν τό ἱερό Της πρόσωπο προβάλλοντας τήν ἴδια ὡς «θεά», πρᾶγμα πού θά ἐμπόδιζε τούς ἀνθρώπους νά πιστέψουν στή θεία ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί στό ἁγιαστικό Του ἔργο, τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας.

Ὁ ἴδιος πάλι Πατήρ γράφει σχετικά, ὅτι πρέπει νά ἀποφεύγομε τίς συγκρίσεις καί τήν ἀπολυτοποίηση τῶν φυσικῶν γεγονότων τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας Θεοτόκου, γιά νά μήν παρερμηνεύομε καί συγχέομε τήν ξεκάθαρη διδασκαλία τῶν Πατέρων, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Θεοῦ Μητέρα τήν παρθένον ταύτην γιγνώσκοντες, τήν ταύτης πανηγυρίζομεν Κοίμησιν, οὐ Θεόν ταύτην φημίζοντες. ἄπαγε τῆς ἑλληνικῆς τεθρείας τά τοιαῦτα μυθεύματα καί τόν θάνατον αὐτῆς καταγγέλλομεν» (P.G. 86. 32778). Ὀφείλομε νά προσέχομε, ὥστε νά μή μυθοποιοῦμε τό ἱερό πρόσωπο τῆς Παναγίας καί νά τήν διαφημίζομε ὡς ὑπερφυσικό ἄνθρωπο. Ἡ Παναγία μας ἦταν καί ὅλοι Τήν ἀναγνωρίζομε ὡς πραγματική Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ἀληθινή Ἀειπάρθενο. Ὅμως καί στόν θάνατό Της ὀφείλομε νά πιστεύομε καί νά ὁμολογοῦμε, ἀποφεύγοντας κάθε εἰδωλοποίηση. Ἡ λατρεία ἀνήκει μόνο στόν Θεό, ἡ τιμή στήν Παναγία καί τούς Ἁγίους μας.

Μέ τόν θάνατό Της, ἡ Παναγία ἀποχωρίζεται, ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι, ὡς ἄνθρωπος μέ φυσικό τρόπο τό ἀκήρατο σῶμα Της καί μέ ταφή νόμιμη καί κανονική κατέρχεται στό μνῆμα, ὅπως ὅλοι οἱ θνητοί. Ὁ ἅγιος Μόδεστος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ὑποστηρίζει πώς ἐνῶ τό σῶμα τῆς Παναγίας ὑπέκυψε στή φθορά καί κατέβηκε στό μνῆμα, ὁ Κύριος παραλαμβάνει τήν ἁγία Της ψυχή καί τήν περιβάλλει μέ τήν Χάρη τῆς ἀφθαρσίας. Αὐτό ἐπιφυλάσσει ἄλλωστε ὁ Κύριος σέ κάθε ἄνθρωπο μέ τή Δευτέρα Παρουσία Του · γιά νά λάβουμε ἔτσι τό ἄφθαρτο σῶμα πού θά κριθεῖ μαζί μέ τήν ψυχή μας, ἀφοῦ μαζί ἔπραξαν καί ἔζησαν στήν ἐπίγεια ζωή, καί γιά νά λάβει τήν τελική ἀποκατάσταση καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα. 

Γιά τή Μητέρα τοῦ Κυρίου δέν ἀπαιτήθηκε ἡ ἀναμονή τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Υἱοῦ Της, ἀφοῦ ἀπ ̓ αὐτή ἐδῶ τή ζωή ἔζησε μέ τή ζωντανή παρουσία Ἐκείνου καί συνεχίζει νά ζεῖ αἰώνια καί νά συμβασιλεύει μέ Αὐτόν. Γι ̓ αὐτό ψάλλομε: «Νικητικὰ μὲν βραβεῖα ἤρω, κατὰ τῆς φύσεως Ἁγνή, Θεὸν κυήσασα, ὅμως μιμουμένη δέ, τὸν ποιητήν σου καὶ Υἱόν, ὑπὲρ φύσιν ὑποκύπτεις, τοῖς τῆς φύσεως νόμοις: διὸ θνήσκουσα, σὺν τῷ Υἱῷ ἐγείρῃ διαιωνίζουσα» (Α ́ Ὠδή, α ́ κανόνος ἑορτῆς Κοιμήσεως).

Ἐδῶ πρέπει νά ὑπογραμμίσουμε τή δογματική διαφορά πού εἶχε ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν θάνατο τῆς Μητέρας Του. Ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦταν ξένος πρός τή φύση Του. Δέν εἶχε σχέση μέ τή θεότητα, ἀλλά μέ τήν ἑκούσια γέννησή Του. Ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς Του ἐπιλογῆς καί θελήσεως καί δέν ἀπέρρεε ἀπό τή φύση Του. Ὁ Ἴδιος ἐπέλεξε τό Σταυρό καί τόν θάνατο καί μόνος ἀποφάσισε καί τό πῶς καί τό πότε, πάνω στό Σταυρό θά πεῖ τό «τετέλεσθαι».

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ἠ Ἱερά Κοίμηση τῆς Παναγίας μᾶς διδάσκει τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, γιατί ἀπ ̓ τή γέννηση τοῦ ἀνθρώπου μέχρι καί τόν θάνατό του ἡ ζωή του δοκιμάζεται, ἀλλά καί ἁγιάζεται. Ἀκόμα καί ὁ θάνατος εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία στόν ἄνθρωπο νά προετοιμασθεῖ, νά συγχωρεθεῖ, νά ἐξομολογηθεῖ καί νά λάβει τό ἐφόδιο τῆς αἰωνιότητας, πού εἶναι ἡ θεία Κοινωνία· γιά νά ζήσει αἰώνια μέ τόν Χριστό.

Ἡ ἱερότητα αὐτή ἐκφράζεται καί μέ τήν πάνδημη συμμετοχή στήν ἐξόδιο ἀκολουθία καί μέ τήν ἀπόδοση τιμῶν καί ψαλμωδίας πρός τούς κεκοιμημένους μας, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἔχει τή μοναδική ἀξία νά μοιάζει στό Δημιουργό του καί νά ζεῖ ἀπ ̓ αὐτή τή ζωή μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού γίνεται ὅμως ἀφορμή καί γέφυρα πρός τήν ἄλλη. Ὁ θάνατος εἶναι κοινός καί ἀναπόφευκτος, ἀλλά καί ἀφορμή ἀναγέννησης καί πορείας πρός τήν αἰώνια καί ἀληθινή ζωή, τήν ὁποία ἡ Παναγία μας, ὡς Μητέρα τῆς ζωῆς, ἐπαγγέλλεται στά τέκνα της. Βασική προϋπόθεση, ὅμως, γι’ αὐτή τήν προοπτική εἶναι νά προσέχουμε τή ζωή μας, νά κάνουμε ὅπως Ἐκείνη τίς σωστές ἐπιλογές καί νά Τήν ἐπικαλούμεθα καθημερινά, ὡς ἐγγυήτρια τῆς σωτηρίας μας. Ἐκείνη, ὡς ἀληθινή Μητέρα καί Θεοτόκος, θά πράξει τό ἱερό χρέος της, τό μητρικό καθῆκον της, γιατί «σώζει ἀεί τήν κληρονομίαν» Της.

Πάνω ἀπὸ τὴν πεζότητα τοῦ βιοτικοῦ ἀγῶνα, πάνω ἀπὸ τὴν κρισιμότητα τῶν καιρῶν ποὺ διέρχεται σήμερα ἡ ἀνθρωπότητα, ἀγρυπνεῖ ἡ ἄπειρη ἀγάπη τῆς Παναγίας, ὅπως ἐπάνω ἀπὸ τὸ λίκνο τοῦ βρέφους ἀγρυπνεῖ ἡ φιλόστοργη μητρικὴ καρδιά. Ὁ ὀρθόδοξος κόσμος στὴν Παναγία ἐναποθέτει τίς ἐλπίδες του, ὁ ἄρρωστος τὸν πόνο του, ὁ στρατιώτης τὴν κρισιμότητα τῆς μάχης, ὁ γέροντας τὴν ἀναπηρία του, τὸ ὀρφανό τὴν ἐγκατάλειψή του, ὁ μελλοθάνατος τὴν ἐπιθανάτιο ἀγωνία του, ἡ πτωχὴ χήρα μητέρα τὴν δυστυχία της. Ὅλες αὐτές οἱ δυστυχισμένες ὑπάρξεις, ἀπὸ Αὐτὴ ἀντλοῦν θάρρος, φῶς καὶ δύναμη.

Πρὸς τὴν Παντάνασσα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς Γῆς, πρὸς τὴν Θεοτόκο Μαρία, τὸ αἰώνιον αὐτὸ πρότυπο τῆς μητρικῆς ἀγάπης, στρέφεται μὲ βαθειά πάντοτε εὐλάβεια κάθε εὐσεβής, γιὰ νὰ θαυμάσῃ τὸ ἄφθιτον κλέος τῆς ἁγιότητός Της, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ὡραματίσθη καὶ ἡ ὑψιπέτις διάνοια τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου: «σημεῖον μέγα ὤφθη ἐν τῷ Οὐρανῷ. Γυνὴ περιβεβλημένη τὸν ἥλιον καὶ ἡ σελήνη ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτῆς, καί ἐπί τῆς κεφαλῆς αὐτῆς στέφανος ἀστέρων δώδεκα» (Ἀποκ. ιβ΄ 1).

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ


†Ο ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΦΛΙΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

τῆς Ὑπεράγνου Μητρός ὑπέρ πάντων ὑμῶν δεόμενος.