1 λεπτά ανάγνωσης
Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου

   Μαζί μέ τό εὐλογημένο Τριώδιο ἀρχίζει σήμερα γιά κάθε ὀρθόδοξο πιστό ἕνας ίδιαίτερος πνευματικός ἀγῶνας. Ἀνοίγει τό στάδιο τῶν ἀρετῶν καί ὅσοι θέλουν νά εἶναι νικητές τοῦ πνεύματος καλοῦνται νά ἀφήσουν τίς κερκίδες καί νά μποῦν στόν στίβο γιά νά ἀγωνισθοῦν.  Σάν πρῶτο ἐφόδιο ἡ Ἐκκλησία μᾶς τροφοδοτεῖ πνευματικά μέ τήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου. Τό πρῶτο ἄθλημα τῶν ἀγώνων πού ἀκολουθοῦν εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση ὑψώνει τόν ἄνθρωπο μέχρι τή μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ καί τόν ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια στό βάθρο τοῦ αἰωνίου ἐπαίνου, γιά νά παραλάβει τό χρυσό μετάλλιο τῆς σωτηρίας. Τό κεντρικό μήνυμα τῆς ἡμέρας μπορεῖ νά προσδιορισθεῖ στά λόγια τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό τελικό συμπέρασμα στήν παραβολή πού διηγήθηκε: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται».

 Ὕψωση καί πτώση. Εἶναι δύο ἔννοιες πού τίς ἀντιλαμβάνονται διαφορετικά οἱ ἄνθρωποι καί διαφορετικά ὁ Θεός. Γιά τούς ἀνθρώπους πού κινοῦνται στήν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ καί στήν κοσμική νοοτροπία ἡ ὕψωση ἔχει νά κάνει μέ τήν τιμή καί τήν καταξίωση. Εἶναι κάτι ἐπιθυμητό, διότι ἀφήνει στόν ἄνθρωπο τή γλυκιά γεύση τῆς ἀνωτερότητας σέ σχέση μέ τούς διπλανούς του. Οἱ περισσότεροι χαίρονται, ὅταν αἰσθάνονται ὅτι εἶναι πιό πάνω ἀπό τούς ἄλλους σέ ὅλα τά ἐπίπεδα. Ὅταν ξέρουν πιό πολλά, ὅταν ἔχουν πιό πολλά, ὅταν τιμῶνται πιό πολύ, ὅταν ἐπηρεάζουν πιό πολλούς, ὅταν κατορθώνουν πιό πολλά, ὅταν σέ σχέση μέ τούς ἄλλους αὐτοί βρίσκονται στό πιό πολύ, τότε πιστεύουν ὅτι ἀνεβαίνουν καί πιό ψηλά. Αὐτό λέγεται ἔπαρση καί ἐγωϊσμός. Ἡ ἔπαρση εἶναι ἕνα πνευματικό καρκίνωμα, τό ὁποῖο ξεκινᾶ ἀθόρυβα καί ἐξελίσσεται χωρίς ὅρια, σέ σημεῖο πού μπορεῖ νά ἐπιφέρει τήν πνευματική νέκρωση.

 Ἡ ἔπαρση ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ὕβρη, δηλαδή στήν ἑωσφορική αὐτοθεοποίηση. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος γκρεμίζει τό Θεό ἀπό μέσα του καί  στή θέση τοῦ Θεοῦ τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του. Τότε ἡ σχέση του μέ τό Θεό εὐτελίζεται καί μετατρέπεται σέ θρησκεία. Κόβει καί ράβει τόν Θεό στά δικά του μέτρα καί ἀπαιτεῖ ἀπό Αὐτόν νά γίνει ἕνας ὑπηρέτης τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῆς ἀλαζονείας πού κυρίευσε τόν ἴδιο. Στό σημεῖο πού κορυφώνεται ὁ μυστικός ἐγωισμός καί ἡ κενοδοξία, ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάσει νά ἀποδίδει στόν ἑαυτό του τά κατορθώματα καί νά καυχιέται γιά τίς ἐπιδόσεις του, ὅταν τοποθετήσει τόν ἑαυτό του στήν κορυφή καί στό κέντρο τοῦ σύμπαντος, τότε ἔρχεται ἡ μεγάλη πτώση. Τότε γκρεμίζεται πνευματικά καί αὐτοκαταδικάζεται σέ ἀπομόνωση ἀπό τό Θεό καί ἀπό τό συνάνθρωπο. Τότε μόνον ἀπαιτεῖ. Σ’ αὐτή τήν κατάσταση δέν ἀκούει, δέ συμμερίζεται, δέ συντρέχει, δέν ἀγαπᾶ, δέ θυσιάζεται. Τότε συμβαίνει τό ἑξῆς εἰρωνικό: ὁ ἴδιος νά νομίζει ὅτι εἶναι ἀετός πού πετάει στόν αἰθέρα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι σκουλήκι πού σέρνεται στή λάσπη καί τή βρωμιά τῆς ἀποστασίας καί τῆς θεϊκῆς ἀπουσίας.

 Ἡ ὕψωση, ὅμως, γιά τό Θεό εἶναι κάτι ἐντελῶς διαφορετικό. Σύμφωνα μέ τό εὐαγγελικό μήνυμα ἡ ἀληθινή ὕψωση βρίσκεται στό σημεῖο πού ὁ ἄνθρωπος συνδέεται μέ τό Θεό. Ἡ σχέση μέ τόν Κύριο καί μόνον αὐτή ἀνυψώνει τόν ἄνθρωπο. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος στέκεται χαμηλά ἀπέναντι στό Χριστό, ὅσο ἐπωμίζεται τίς εὐθύνες καί τά λάθη του καί δέν τά μεταθέτει κάπου ἀλλοῦ, ὅσο ἐξευτελίζει τόν ἑαυτό του, χτίζοντας ταυτόχρονα τήν ἐλπίδα τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους, ὅσο κοιτάζει πρός τά κάτω ἀπό ντροπή νά ἀντικρίσει τά ἄνω, ὅσο ἡ καρδιά του συντρίβεται ἀπό τήν αὐτογνωσία καί τήν ἐπίγνωση τῆς ἐσωτερικῆς ρυπαρότητας τόσο ἀνεβαίνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ἀποφεύγει ὁ ταπεινός ἄνθρωπος νά δικαιώσει τόν ἑαυτό του, τόσο δικαιώνεται ἀπό τόν Πατέρα τοῦ ἐλέους καί Παντοκράτορα Κύριο. Ὁ ἄνθρωπος πού ἐλεύθερα καί ἀπό ἐπίγνωση τῶν παραπτωμάτων του τίπτει και μετανοεῖ τότε ἔρχεται τό χέρι τοῦ Θεοῦ νά τόν σηκώνει καί νά τόν ἀνυψώσει στήν ἀληθινή δόξα, ἡ ὁποία ἀνήκει στούς ἐνάρετους καί στούς ἀγωνιστές.

 Σέ ἀντίθεση πρός τήν ὕψωση ἔχουμε τήν ἔννοια τῆς πτώσης. Γιά τόν ὑψηλόφρονα καί ἐγωιστή ἡ πτώση ἔρχεται ἀπό τό Θεό. Ἔρχεται ὄχι ὡς τιμωρία ἀλλά ὡς ἀποτέλεσμα τῆς προδοσίας, τῆς ἀποφυγῆς καί τῆς ἐγκατάλειψης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός, πού σέβεται τήν ἐλευθερία, ἀφήνει τόν ἐγωϊστή νά ζήσει μόνος του, ἀφοῦ μέσα του δε χωράει κανένας ἄλλος παρά μόνον ὁ ἑαυτός του. Αὐτή ἡ οἰκτρή ἀπομόνωση ἀποτελεῖ τελικάτήν πτώση του. Γιά τόν ταπεινό, ὅμως, ἡ πτώση εἶναι κάτι πού προέρχεται ἀπό τόν ἴδιο. Μόνος του ταπεινώνει τόν ἑαυτό του. Κομματιάζει ἀκόμη καί τήν παραμικρότερη σκέψη ἔπαρσης. Τή στιγμή πού αὐτοταπεινώνεται, ἀνοίγει τήν καρδιά του στό θεϊκό ἔλεος. Ζητεῖ τήν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος ἐπισκέπτεται τήν ταπεινή καρδιά γιά νά τήν εὐλογήσει, διότι εἶναι γόνιμη, ἀνοικτή καί καρποφόρα. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στόν ταπεινό ἀποτελεῖ τή δόξα καί τήν ὕψωση τοῦ ἀνθρώπου.

 Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί, καθώς κλείνει τήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, συνοψίζει: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται». Ἐάν ἀπό μόνοι μας ὑψώνουμε τόν ἑαυτό μας, θά ταπεινωθοῦμε στή ζωή. Ἐάν ἀπό μόνοι μας ταπεινωθοῦμε, θά ὑψωθοῦμε ἀπό τό Θεό. Ἄς μήν ἀντιλαμβανόμεθα κοσμικά τήν ὕψωση καί τήν πτώση. Ἄς τίς μελετήσουμε καί ἄς τίς βιώσουμε μέσα ἀπό τόν πνευματικό ἀγῶνα τῆς περιόδου αὐτῆς. Κατά τήν εὐλογημένη περίοδο τοῦ Τριωδίου ἄς ταπεινωθοῦμε ἑκούσια καί ἀληθινά, γιά νά ὑψωθοῦμε ἀπό τό Χριστό μας στή δόξα τῆς ἀγάπης, τῆς σχέσης καί τῆς ἕνωσης μαζί Του. Ἀμήν.